διαλυτικά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαλυτικά
Where it comes from
διαλυτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαλυτικός στον πληθυντικό < (ελληνιστική κοινή) (της διφθόγγου)
noun διαλυτικά · διαλυτικών
- σημείο γραφής (¨) που μπαίνει πάνω από το ι ή το υ για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν· π.χ. στη λέξη γαϊδούρι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν αι (που προφέρεται e) αλλά δύο χωριστά φωνήεντα που προφέρονται ai
Similar: σημεῖον, διαιρέσεως
adverb διαλυτικά · διαλυτικών
- κατά τρόπο που προκαλεί διάλυση
adjective διαλυτικά · διαλυτικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτικό, ουδέτερο του διαλυτικός
Thesaurus
noun
Similar: σημεῖον, διαιρέσεως
In English
Talk about this word "διαλυτικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. διαλυτικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC "διαλυτικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαλυτικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}