διαλυτικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαλυτικός
- ði̯a.li.tiˈkos
Where it comes from
διαλυτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλυτικός
:* για τη διάλυση στη χημεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissolvant, dissolutif
adjective διαλυτικός · διαλυτική · διαλυτικό · διαλυτικού · διαλυτικής
- που έχει την ιδιότητα να διαλύει ένα στερεό ή να αραιώνει ένα διάλυμα Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.
- που επιφέρει τη νομική διάλυση, πχ μιας εταιρείας
- που έχει ως αποτέλεσμα να διασπά τη συνοχή μιας ομάδας, την ομαλή λειτουργία ενός συνόλου διαλυτική παρέμβαση
In English
- solvent able to pay all debts
Talk about this word "διαλυτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διαλυτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "διαλυτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαλυτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}