διαλυτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαλυτικός

  • ði̯a.li.tiˈkos

Where it comes from

διαλυτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλυτικός

:* για τη διάλυση στη χημεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissolvant, dissolutif

adjective διαλυτικός · διαλυτική · διαλυτικό · διαλυτικού · διαλυτικής

  1. χημεία που έχει την ιδιότητα να διαλύει ένα στερεό ή να αραιώνει ένα διάλυμα Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.
  2. που επιφέρει τη νομική διάλυση, πχ μιας εταιρείας
  3. που έχει ως αποτέλεσμα να διασπά τη συνοχή μιας ομάδας, την ομαλή λειτουργία ενός συνόλου διαλυτική παρέμβαση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαλυτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαλυτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διαλυτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαλυτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}