ميكوين

διαμαρτύρομαι

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διαμαρτύρομαι

  • ðʝa.maɾˈti.ɾo.me

من أين أتت

διαμαρτύρομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαμαρτύρομαι

فعل διαμαρτύρομαι

  1. αποδοκιμάζω (έμπρακτα ή με λόγια) κάτι που θεωρώ άδικο και εκφράζω την αντίθεσή μου σ’ αυτό ※ Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμ

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διαμαρτύρομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαμαρτύρομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"διαμαρτύρομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαμαρτύρομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8D%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}