ميكوين

διαπιστευτήριο

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διαπιστευτήριο

من أين أتت

διαπιστευτήριο < διαπιστεύω + -τήριο < αρχαία ελληνική διαπιστεύω < πιστεύω < πίστις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική lettres de créance)

اسم διαπιστευτήριο · διαπιστευτήρια · διαπιστευτηρίου · διαπιστευτήριου · διαπιστευτηρίων

  1. καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
  2. figuratively, μεταφορικά στοιχείο που δείχνει ότι κάποιος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες για μια θέση ή εργασία ※ Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φρά

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διαπιστευτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαπιστευτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"διαπιστευτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαπιστευτήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}