ميكوين

διαπραγματεύομαι

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διαπραγματεύομαι

  • ði̯a.pɾaɣ.maˈte.vo.me

من أين أتت

διαπραγματεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαπραγματεύομαι (κερδίζω από εμπορική συναλλαγή) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική négocier

فعل διαπραγματεύομαι · διαπραγματεύτηκα · διαπραγματευόμουν · διαπραγματευόμουνα · θα διαπραγματεύομαι

  1. συζητώ με κάποιον προκειμένου να καταλήξουμε σε κάποια οικονομική συμφωνία ή να λυθεί μια διαφορά μας, κάνω μια διαπραγμάτευση
  2. αναλύω, αναπτύσσω ένα επιστημονικό θέμα

    مشابه: πραγματεύομαι

بالإنجليزية

  • treat to negotiate
  • haggle to argue for a better deal
  • negotiate confer to reach an agreement (intransitive)

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διαπραγματεύομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαπραγματεύομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"διαπραγματεύομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαπραγματεύομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}