διαρκής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαρκής
- ði.aɾˈcis
Where it comes from
διαρκής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρκής < διαρκέω / διαρκῶ < (διά) δι- + ἀρκέω
adjective διαρκής · διαρκές · διαρκούς
- που διαρκεί, που γίνεται χωρίς διακοπή ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπ
Similar: αδιάκοπος, ακατάπαυστος, συνεχής, συνεχόμενος, εξακολουθητικός
Thesaurus
adjective
Similar: αδιάκοπος, ακατάπαυστος, συνεχής, συνεχόμενος, εξακολουθητικός
In English
- continuous without break, cessation, or interruption in time
- constant consistently recurring over time
Talk about this word "διαρκής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διαρκής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%82 "διαρκής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαρκής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}