διαρρέω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαρρέω
- ði̯aˈɾe.o
Where it comes from
διαρρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρρέω < διά + ῥέω Συχρονικά αναλύεται σε δια- + ρέω. Δείτε και ρρ.
: μεταφορική σημασία για χρόνο, γνωστοποίηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική leak
: μεταφορική σημασία 'απομακρύνομαι' < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική écouler
verb διαρρέω · διέρρευσα · διέρρεα · θα διαρρέω · να διαρρέω
-
ρέω / βγαίνω έξω από κάποιο κλειστό χώρο όπου ήμουν
Similar: χύνομαι
- ρέω ανάμεσα, περνώ από κάπου
- περνώ
- γίνομαι γνωστός, γνωστοποιούμαι Διέρρευσαν απόρρητα αρχεία της CIA στο Wikileaks (*topontiki.gr)
- φανερώνω, γνωστοποιώ ※ Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες διαρρέουν από το περιβάλλον του ότι πιθανώς δεν θα συμμετάσχει στην επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΠΑΕ, κάτι το οποίο όμως δεν επιβεβαιώνεται ούτε διαψεύδεται από τον ίδιο. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- απομακρύνομαι, παύω να ανήκω οι οπαδοί διαρρέουν προς την αντίπαλη ομάδα
In English
- leak (of a container) to allow fluid to escape or enter
Talk about this word "διαρρέω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διαρρέω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89 "διαρρέω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαρρέω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}