διασάλπιση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διασάλπιση
- ði̯aˈsal.pi.si
Where it comes from
διασάλπιση < διασαλπίζω + -ση
noun διασάλπιση · διασαλπίσεις · διασάλπισης · διασαλπίσεων
- το αποτέλεσμα ή ενέργεια του διασαλπίζω ※ Το λεύκωμα κατέστρωσε μια παρέα από νέους Ανδριώτες στο τέλος της Κατοχής. Τον τόνο του δίνει σαφώς η αντιστασιακή διάθεση, η διασάλπιση του αιτήματος της ελευθερίας που συνδυάζεται με την εύλογη για τη χρονική στιγμή φιλοπατρία και ελληνολατρία.
Similar: διαλάλημα, διατυμπάνιση
Thesaurus
noun
Similar: διαλάλημα, διατυμπάνιση
Talk about this word "διασάλπιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διασάλπιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7 "διασάλπιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διασάλπιση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}