διασκεδάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διασκεδάζω

  • ðʝa.sceˈða.zo

Where it comes from

διασκεδάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκεδάζω (διασκορπίζω) < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι (από τον αόριστο διεσκέδασα) < δια- + σκεδάννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sqhed-

:* για τους σύγχρονους όρους < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dissiper

verb διασκεδάζω · διασκέδασα

  1. transitive, μεταβατικό κάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα με διασκεδάζουν τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  2. transitive, μεταβατικό ψυχαγωγώ κάποιον ο οικοδεσπότης κάλεσε έναν γελωτοποιό να διασκεδάσει τους καλεσμένους του
  3. intransitive, αμετάβατο χαμογελώ ή γελώ ή νιώθω ευχάριστα με κάτι που γίνεται διασκεδάζω με τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  4. intransitive, αμετάβατο ψυχαγωγούμαι σήμερα θα βγούμε έξω να διασκεδάσουμε

verb διασκεδάζω · διασκέδασα · διασκεδάζομαι · διασκεδάστηκα · -σθηκα · διασκεδασμένος

  1. formal, rare, σπάνιο, λόγιο διασκορπίζω πρέπει να κάνουμε κάτι για να διασκεδάσουμε τις υποψίες του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διασκεδάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διασκεδάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"διασκεδάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διασκεδάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}