διασπορικός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

διασπορικός

  • ði̯a.spo.ɾiˈkos

Da dove viene

διασπορικός < διασπορά + -ικός

aggettivo διασπορικός · διασπορική · διασπορικό · διασπορικού · διασπορικής

  1. που έχει σχέση με τη διασπορά ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Για την ομοφυλοφιλική προσέγγιση του Καβάφη, η ποίησή του συνιστά περισσότερο έναν χώρο ταύτισης και διαπραγμάτευσης της ταυτότητας και ως προς αυτό συγκλίνει με τη διασπορική ή συγκρητική προσέγγισή του, που και αυτή έχει προβληθεί τα τελευταία χρόνια από μελετητές του Καβάφη εκτός Ελλάδος. (εφ.
  2. ορυκτολογία που περιέχει διάσπορο διασπορικός βωξίτης
  3. χημεία που αφορά ουσία που χρησιμοποιείται για την αποφυγή καθίζησης / κατακάθισης ή συσσώρευσης σωματιδίων που αιωρούνται σε υγρό

In inglese

  • dispersant substance used to stabilize a dispersion

Parla di questa parola

Cita
MLA

"διασπορικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διασπορικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διασπορικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διασπορικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}