διασταυρώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διασταυρώνω

  • ði.a.staˈvɾo.no

Where it comes from

διασταυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασταυρ(ῶ) / διασταυρ(όω) + -ώνω

verb διασταυρώνω · διασταύρωσα · διασταυρώνομαι · διασταυρούμενος · διασταυρώθηκα · διασταυρωμένος

  1. literally, κυριολεκτικά όπως για τα ξίφη στην ξιφομαχία
  2. ελέγχω, επαληθεύω, αντιπαραβάλλω Σε παρακαλώ, μη δημοσιοποιείς πληροφορίες που δεν έχεις διασταυρώσει πρωτύτερα.
  3. βιολογία για φυτά, για ζώα Διασταυρώνουν σκυλιά για να δημιουργούν καινούργιες ράτσες και το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από τη φυσική διασταύρωση, γιατί η τελευταία παράγει ανθεκτικότερους οργανισμούς
  4. για πολτισμούς ή και φυλές ανθρώπων Οι πρόγονοι του Homo sapiens διασταυρώνονταν και με άλλα είδη, οπότε αποκτούσαν απογόνους...

In English

  • cross biology: to cross-fertilize or crossbreed

Talk about this word

Cite this
MLA

"διασταυρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διασταυρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"διασταυρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διασταυρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}