διασταύρωση
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
διασταύρωση¹
- ði̯aˈsta.vɾo.si
מאיפה זה בא
διασταύρωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διασταύρωσις (μαρτυρείται από το 1861) < ελληνιστική κοινή διασταυρόω / διασταυρῶ (οχυρώνω με φράχτη, με πασσάλους) + -σις > -ση
:* για τη «διασταύρωση δρόμων» και την «επιμειξία» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική croisement
:* για την «επαλήθευση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική recoupement
שם עצם διασταύρωση · διασταυρώσεις · διασταύρωσης · διασταυρώσεων
-
η τομή ενός δρόμου με άλλον
דומה: σταυροδρόμι
- συνάντηση ατόμων ή αντικειμένων που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις
- ο τόπος συνάντησης δύο δρόμων ή ατόμων
- η σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου
- ανταλλαγή πυροβολισμών
Διασταύρωση²
- ði.aˈsta.vɾo.si
מאיפה זה בא
Διασταύρωση < καθαρεύουσα Διασταύρωσις. → δείτε και τη λέξη διασταύρωση
שם פרטי Διασταύρωση · Διασταύρωσης
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
באנגלית
- intersection junction of two or more paths, etc
לדבר על המילה הזו "διασταύρωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διασταύρωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7 "διασταύρωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {διασταύρωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}