מיקווין

διασταύρωση

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

διασταύρωση¹

  • ði̯aˈsta.vɾo.si

מאיפה זה בא

διασταύρωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διασταύρωσις (μαρτυρείται από το 1861) < ελληνιστική κοινή διασταυρόω / διασταυρῶ (οχυρώνω με φράχτη, με πασσάλους) + -σις > -ση

:* για τη «διασταύρωση δρόμων» και την «επιμειξία» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική croisement

:* για την «επαλήθευση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική recoupement

שם עצם διασταύρωση · διασταυρώσεις · διασταύρωσης · διασταυρώσεων

  1. η τομή ενός δρόμου με άλλον

    דומה: σταυροδρόμι

  2. συνάντηση ατόμων ή αντικειμένων που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις
  3. broadly, κατ’ επέκταση ο τόπος συνάντησης δύο δρόμων ή ατόμων
  4. για πληροφορίες η σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου
  5. στρατιωτικός όρος ανταλλαγή πυροβολισμών

Διασταύρωση²

  • ði.aˈsta.vɾo.si

מאיפה זה בא

Διασταύρωση < καθαρεύουσα Διασταύρωσις. → δείτε και τη λέξη διασταύρωση

שם פרטי Διασταύρωση · Διασταύρωσης

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"διασταύρωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διασταύρωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"διασταύρωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διασταύρωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}