διαστρωμάτωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαστρωμάτωση
Where it comes from
διαστρωμάτωση < διαστρωματώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stratification)
noun διαστρωμάτωση · διαστρωματώσεις · διαστρωμάτωσης · διαστρωματώσεων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρωματώνω
- ο χωρισμός της κοινωνίας σε στρώματα, σε κοινωνικά τμήματα, άλλα «ανώτερα» κι άλλα «κατώτερα» ※ Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οπο
In English
- stratification categorization of people
- layering structure of layers
Talk about this word "διαστρωμάτωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διαστρωμάτωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7 "διαστρωμάτωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαστρωμάτωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}