διατίμηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διατίμηση
- ði̯aˈti.mi.si
Where it comes from
διατίμηση < ελληνιστική κοινή διατίμησις < διά + αρχαία ελληνική τιμάω / τιμῶ
noun διατίμηση · διατιμήσεις · διατίμησης · διατιμήσεων
- ο προκαθορισμός από το κράτος της (συνήθως ανώτερης) τιμής πώλησης προϊόντος πρώτης ανάγκης, με βάση προκαθορισμένα στοιχεία (π.χ. τιμή αγοράς, σημείο πώλησης κλπ.) Ο υφυπουργός Ανάπτυξης παραδέχθηκε ότι το κόστος στις οργανωμένες πλαζ είναι απαγορευτικό για τις οικογένειες και πως πρέπει να προωθηθεί το μέτρο της διατίμησης -κάτι που μπορεί να επιβάλει το υπουργείο σε μη ιδιωτικές πλαζ. (*)
In English
- tariff a schedule of rates, fees or prices
Talk about this word "διατίμηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διατίμηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7 "διατίμηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διατίμηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}