διαταγή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαταγή
- ði̯a.taˈʝi
Where it comes from
διαταγή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή διαταγή < διατάσσω
noun διαταγή · διαταγές · διαταγής · διαταγών
- γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα στρατιωτική διαταγή - διαταγή του προέδρου - αυστηρή διαταγή
- : το δικαίωμα που έχει κάποιος να διατάζει, η διοικητική ευθύνη, η αρχηγία Οι Αμερικανοί στις διαταγές τώρα των Ιρακινών... ' (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Ιανουαρίου 2009)
-
διαταγή πληρωμής: γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή ενός ποσού
Similar: εντολή
In English
- order command
Talk about this word "διαταγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. διαταγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE "διαταγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαταγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}