διατύπωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διατύπωση

Where it comes from

διατύπωση < αρχαία ελληνική διατύπωσις (ολοκληρωμένη μορφή)

noun διατύπωση · διατυπώσεις · διατύπωσης · διατυπώσεων

  1. ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται γλωσσικά κάτι, οι συγκεκριμένες φράσεις που χρησιμοποιεί ο ομιλητής ή ο συγγραφέας αν μπορείς, άλλαξε τη διατύπωση σε αυτό το σημείο του κειμένου σου
  2. η ενέργεια με την οποία εκφράζω γραπτά ή προφορικά κάτι η διατύπωση των αντιρρήσεων
  3. plural, στον πληθυντικό μια τυπική διαδικασία που είναι απαραίτητη ώστε να ολοκληρωθεί μια ενέργεια καθυστερήσαμε στο τελωνείο με τις διατυπώσεις

Similar: θεωρία, ''μεταφορικά''

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διατύπωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διατύπωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"διατύπωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διατύπωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}