διατύπωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διατύπωση
Where it comes from
διατύπωση < αρχαία ελληνική διατύπωσις (ολοκληρωμένη μορφή)
noun διατύπωση · διατυπώσεις · διατύπωσης · διατυπώσεων
- ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται γλωσσικά κάτι, οι συγκεκριμένες φράσεις που χρησιμοποιεί ο ομιλητής ή ο συγγραφέας αν μπορείς, άλλαξε τη διατύπωση σε αυτό το σημείο του κειμένου σου
- η ενέργεια με την οποία εκφράζω γραπτά ή προφορικά κάτι η διατύπωση των αντιρρήσεων
- μια τυπική διαδικασία που είναι απαραίτητη ώστε να ολοκληρωθεί μια ενέργεια καθυστερήσαμε στο τελωνείο με τις διατυπώσεις
Similar: θεωρία, ''μεταφορικά''
Thesaurus
noun
Similar: θεωρία, ''μεταφορικά''
In English
- expression particular way of phrasing an idea
- wording choice of words
- redaction edited or censored version of a document
Talk about this word "διατύπωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διατύπωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7 "διατύπωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διατύπωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}