믹윈

διαχρονικός

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

διαχρονικός

어원

διαχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική diachronique < diachronie < αρχαία ελληνική διά + χρόνος

형용사 διαχρονικός · διαχρονική · διαχρονικό · διαχρονικού · διαχρονικής

  1. που αντέχει στο χρόνο, που δεν χάνει την αξία του στο χρόνο
  2. που έχει σχέση με τη διαχρονία ή αναφέρεται σ’ αυτή

    반의어: συγχρονικός

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"διαχρονικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαχρονικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διαχρονικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαχρονικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}