διαχυτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαχυτικός
- ði̯a.çi.tiˈkos
Where it comes from
διαχυτικός < αρχαία ελληνική διαχυτικός < διαχέω < διά + χέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰew- (χέω, χύνω, ρέω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική effusant)
adjective διαχυτικός · διαχυτική · διαχυτικό · διαχυτικού · διαχυτικής
- που φανερώνει με έντονο τρόπο τα φιλικά αισθήματά του ※ Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. Ἐκεῖνος ἔγεινεν ὁ σύζυγος τῶν πρώτων ἡμερῶν· εὔθυμος, διαχυτικός, τρυφερός… προπάντων τρυφερός, ὡσὰν εἰκοσαετὴς νεανίας. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, 1899)
Similar: εκδηλωτικός
Thesaurus
adjective
Similar: εκδηλωτικός
In English
- effusive extravagant or excessive
Talk about this word "διαχυτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 5 Nov. 2026. διαχυτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 5, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "διαχυτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 5, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαχυτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-05}
}