διαχωρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαχωρίζω

  • ði̯a.xoˈɾi.zo

Where it comes from

διαχωρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαχωρίζω < δια- + χωρίζω

verb διαχωρίζω · διαχώρισα · διαχωρίζομαι · διαχωρίστηκα · διαχωρισμένος

  1. ξεχωρίζω, διακρίνω κάτι από άλλο ※ έτσι συνεισέφερε τις δικές του ενέργειες, που είχαν ένα μόνο σκοπό: Να μη διαχωριστεί ποτέ η Εκκλησία από την Πολιτεία (Αλέξανδρος Ντερπούλης, Το νησί κάτω από την ομίχλη, εκδ. Κσστανιώτη, 2011)
  2. διαιρώ, διαιρούμαι σε δύο ή περισσότερα μέρη Πρέπει να διαχωριστούν όλες οι ουσίες για να γίνει σωστή ανάλυση του δείγματος
  3. παίρνω απόσταση από την άποψη των άλλων ※ «Οι συνθήκες τότε δεν μου επέτρεπαν να διαχωρίσω τη θέση μου διότι έπρεπε να παρουσιάζεται ενωμένη η καθοδήγηση» (Γιάννης Θ. Μαλακάσης, Λευκάδα: Η ανατολή του νέου πολιτικού διχασμού στο μεταπολεμικό κράτος, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001, σελ. 137)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαχωρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαχωρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"διαχωρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαχωρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}