διαψεύδω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαψεύδω

Where it comes from

διαψεύδω < (ελληνιστική κοινή) διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω

verb διαψεύδω · διαψεύδομαι · διέψευδα · θα διαψεύδω · να διαψεύδω

  1. δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία
  2. αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση
  3. μεσοπαθητικό με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό
  4. μεσοπαθητικό προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα

In English

  • deny to assert that something is not true
  • refute to deny the truth or correctness of (something)

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαψεύδω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαψεύδω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89

Chicago

"διαψεύδω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαψεύδω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}