διαψεύδω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαψεύδω
Where it comes from
διαψεύδω < (ελληνιστική κοινή) διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω
verb διαψεύδω · διαψεύδομαι · διέψευδα · θα διαψεύδω · να διαψεύδω
- δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία
- αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση
- με βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό
- προδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα
In English
Talk about this word "διαψεύδω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διαψεύδω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89 "διαψεύδω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαψεύδω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%88%CE%B5%CF%8D%CE%B4%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}