διαύγαση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαύγαση
Where it comes from
διαύγαση < ελληνιστική κοινή διαυγάζω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clarification)
noun διαύγαση · διαυγάσεις · διαύγασης · διαυγάσεων
- η ελεγχόμενη φυσική ή χημική διεργασία με την οποία αφαιρούνται αιωρούμενα σωματίδια από ένα υγρό, ώστε να αυξηθεί η οπτική του καθαρότητα
- η απεικονιστικά ανιχνεύσιμη μεταβολή ιστού ή οστού που αποδίδεται ως περιοχή μειωμένης πυκνότητας σε διαγνωστική εξέταση
- η νοητική διαδικασία με την οποία το υποκείμενο καθιστά ρητό και κατανοητό το περιεχόμενο της σκέψης του
In English
- clarification physical clarification (wine, butter, etc.)
Talk about this word "διαύγαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διαύγαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7 "διαύγαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαύγαση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}