διαύγαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαύγαση

Where it comes from

διαύγαση < ελληνιστική κοινή διαυγάζω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clarification)

noun διαύγαση · διαυγάσεις · διαύγασης · διαυγάσεων

  1. επιστημονικός όρος η ελεγχόμενη φυσική ή χημική διεργασία με την οποία αφαιρούνται αιωρούμενα σωματίδια από ένα υγρό, ώστε να αυξηθεί η οπτική του καθαρότητα
  2. ιατρική η απεικονιστικά ανιχνεύσιμη μεταβολή ιστού ή οστού που αποδίδεται ως περιοχή μειωμένης πυκνότητας σε διαγνωστική εξέταση
  3. φιλοσοφία η νοητική διαδικασία με την οποία το υποκείμενο καθιστά ρητό και κατανοητό το περιεχόμενο της σκέψης του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαύγαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαύγαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"διαύγαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαύγαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%8D%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}