διγλωσσία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διγλωσσία
- ði.ɣloˈsi.a
Where it comes from
διγλωσσία < ελληνιστική κοινή διγλωσσία < αρχαία ελληνική δίγλωσσος < δι- + γλῶσσα
::μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilinguisme ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diglossia ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diglossie
noun διγλωσσία · διγλωσσίες · διγλωσσίας · διγλωσσιών
- η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
- η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
- η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
- η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον
In English
- diglossia the coexistence of two closely related native languages
- doublespeak language deliberately constructed to disguise or distort its actual meaning
Talk about this word "διγλωσσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. διγλωσσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1 "διγλωσσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διγλωσσία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}