διγλωσσία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διγλωσσία

  • ði.ɣloˈsi.a

Where it comes from

διγλωσσία < ελληνιστική κοινή διγλωσσία < αρχαία ελληνική δίγλωσσος < δι- + γλῶσσα

::μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilinguisme ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diglossia ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diglossie

noun διγλωσσία · διγλωσσίες · διγλωσσίας · διγλωσσιών

  1. η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
  2. η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο
  3. η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα
  4. figuratively, μεταφορικά η σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον

In English

  • diglossia the coexistence of two closely related native languages
  • doublespeak language deliberately constructed to disguise or distort its actual meaning

Talk about this word

Cite this
MLA

"διγλωσσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διγλωσσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"διγλωσσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διγλωσσία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}