διεθνισμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διεθνισμός
- ði.e.θniˈzmos
Where it comes from
διεθνισμός < διεθν(ής) + -ισμός (δι- (δια-) + έθν(ος) + -ισμός) <
:* (ως θεωρία) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική internationalisme. Η λέξη μαρτυρείται από το 1893.
:* (γλωσσολογία) < μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Internationalismus
noun διεθνισμός · διεθνισμοί · διεθνισμού · διεθνισμών · διεθνισμό · διεθνισμούς
- αντίληψη που υποστηρίζει την υπέρβαση των εθνικών διαφορών και προτάσσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών και των λαών
- το δόγμα της μαρξιστικής ιδεολογίας για την ένωση των λαών, την κατάργηση των συνόρων
- η χρήση των ίδιων λέξεων σε διάφορες γλώσσες με την ίδια ή παρόμοια σημασία (όπως κουλτούρα, αστροναύτης)
In English
- internationalism cooperation between nations
Talk about this word "διεθνισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διεθνισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "διεθνισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διεθνισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}