διεμφυλικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διεμφυλικός

Where it comes from

διεμφυλικός < δι- + έμφυλος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική transgender)

adjective διεμφυλικός · διεμφυλική · διεμφυλικό · διεμφυλικού · διεμφυλικής

  1. neologism, νεολογισμός για άτομο με ταυτότητα φύλου διαφορετική από το βιολογικό φύλο του, για άτομο που αισθάνεται ότι το βιολογικό (ανατομικό) του φύλο δεν βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το φύλο που το ίδιο βιώνει ※ Νομοσχέδιο που επιτρέπει, επιτέλους, στους πολίτες να αυτοπροσδιορίζονται, όπως οι ίδιοι θέλουν, ως προς το φύλο τους και όχι σύμφωνα με ότι έχει καταγραφεί κατά τη γέννηση τους στο ληξιαρχείο, φέρει το υπουργείο Δικαιοσύνης προς ψήφιση στη Βουλή, τακτοποιώντας ένα θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που

noun διεμφυλικός · διεμφυλική · διεμφυλικό · διεμφυλικού · διεμφυλικής

  1. διεμφυλικός

In English

  • transgender of a person: transgressing or not identifying with culturally conventional gende

Talk about this word

Cite this
MLA

"διεμφυλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διεμφυλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"διεμφυλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διεμφυλικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}