διεπαφή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διεπαφή
Where it comes from
διεπαφή < δι- + επαφή
noun διεπαφή · διεπαφές · διεπαφής · διεπαφών
- ο τρόπος επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (HCI) και γενικότερα η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών οντοτήτων, όπως μεταξύ συσκευών, συσκευών και λειτουργικών συστημάτων, κλπ Συνώνυμο: διεπαφή χρήστη
- κοινό σύνορο επικοινωνίας μεταξύ δύο λειτουργικών μονάδων που διαθέτει καθορισμένα χαρακτηριστικά σχετικά με τη λειτουργία των λειτουργικών μονάδων και τη μεταξύ τους επικοινωνία Διάφορα είδη διεπαφής: διεπαφή πρόσβασης, αναλογική διεπαφή, ραδιοδιεπαφή, διεπαφή προγράμματος εφαρμογής.
Similar: διασύνδεση, μονάδα διασύνδεσης, πρόγραμμα διασύνδεσης
Thesaurus
noun
Similar: διασύνδεση, μονάδα διασύνδεσης, πρόγραμμα διασύνδεσης
In English
- interface point of interconnection between entities
Talk about this word "διεπαφή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. διεπαφή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE "διεπαφή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διεπαφή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}