διευθετώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διευθετώ

  • ði.e.fθeˈto

Where it comes from

διευθετώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διευθετῶ, συνηρημένος τύπος του διευθετέω < διά (δι-) + αρχαία ελληνική εὐθετέω / εὐθετῶ < εὔθετος < εὖ + τίθημι

verb διευθετώ · διευθέτησα · διευθετούμαι · διευθετήθηκα · διευθετημένος

  1. τακτοποιώ κάποια ενοχλητική ή προβληματική κατάσταση
  2. τακτοποιώ ή διαμορφώνω κάτι με τις κατάλληλες ενέργειες ※ Παλαιοί χείμαρροι, όπως αυτοί της οδού Αναγεννήσεως, της Διεθνούς Εκθέσεως, της Ευαγγελίστριας, της οδού Λύτρα δίπλα στο Γ' Σώμα Στρατού, της Σχολής Κωνσταντινίδη, του Λαογραφικού Μουσείου, της Νέστορος Τύπα ή αλλιώς Αλλατίνη, διευθετήθηκαν προπολεμικά τόσο από τους δήμους όσο και από τις, κατά πε

In English

  • adjust to settle an insurance claim

Talk about this word

Cite this
MLA

"διευθετώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διευθετώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E

Chicago

"διευθετώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διευθετώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}