ميكوين

διεφθαρμένος

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διεφθαρμένος

من أين أتت

διεφθαρμένος: αρχαία ελληνική διεφθαρμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαφθείρω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corrompu)

فعل διεφθαρμένος · διεφθαρμένη · διεφθαρμένο · διεφθαρμένου · διεφθαρμένης

  1. που έχει οδηγηθεί στην ανηθικότητα, ιδίως στον σεξουαλικό τομέα

    مشابه: ανήθικος

  2. που έχει παρασυρθεί σε ανήθικες πράξεις
  3. που έχει καταπατήσει την ηθική, τους γραπτούς ή άγραφους νόμους, κατά τρόπο συστηματικό, και ιδίως για (κρατικό) λειτουργό ή υπάλληλο που έχει δωροδοκηθεί
  4. rare, σπάνιο κατεστραμμένος

بالإنجليزية

  • corrupt in a depraved state
  • tainted corrupted or filled with imperfections
  • depraved extremely wrong in a moral sense

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διεφθαρμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διεφθαρμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"διεφθαρμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διεφθαρμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}