διεφθαρμένος
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
διεφθαρμένος
من أين أتت
διεφθαρμένος: αρχαία ελληνική διεφθαρμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαφθείρω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corrompu)
فعل διεφθαρμένος · διεφθαρμένη · διεφθαρμένο · διεφθαρμένου · διεφθαρμένης
-
που έχει οδηγηθεί στην ανηθικότητα, ιδίως στον σεξουαλικό τομέα
مشابه: ανήθικος
- που έχει παρασυρθεί σε ανήθικες πράξεις
- που έχει καταπατήσει την ηθική, τους γραπτούς ή άγραφους νόμους, κατά τρόπο συστηματικό, και ιδίως για (κρατικό) λειτουργό ή υπάλληλο που έχει δωροδοκηθεί
- κατεστραμμένος
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "διεφθαρμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διεφθαρμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "διεφθαρμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {διεφθαρμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CF%86%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}