δικέφαλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δικέφαλος¹

  • ðiˈce.fa.los

Where it comes from

δικέφαλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δικέφαλος Συγχρονικά ανανλύεται σε (δις) δι- + -κέφαλος

adjective δικέφαλος · δικέφαλη · δικέφαλο · δικέφαλου · δικέφαλης

  1. που έχει δυο κεφάλια ※ «Τρέχουν πολλά, αδελφέ, η ιστορία με τον ΠΑΟΚ δεν είναι παίξε γέλασε, το παιχνίδι είναι παγκόσμιας οικονομικής διάστασης», μονολογεί. Κατεβαίνω λίγο μετά τη Μονή Βλατάδων. Εννοείται πως ο τάξιμαν με το δικέφαλο τατουάζ έκανε τρεις φορές τον Σταυρό του όταν περάσαμε από την κεντρική πύλη. Αν και κα

Δικέφαλος²

  • ðiˈce.fa.los

Where it comes from

Δικέφαλος < δικέφαλος με πρόθημα (δις) δι-

: ποδοσφαιρική ομάδα < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου δικέφαλος

proper noun Δικέφαλος · Dikefalos · Dikephalos

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δικεφάλου)
  2. σύμβολο δυο ποδοσφαιρικών ομάδων οι οποίες ιδρύθηκαν από Κωνσταντινουπολίτες. Της ΑΕΚ και του ΠΑΟΚ ο Δικέφαλος του Βορρά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δικέφαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δικέφαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"δικέφαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δικέφαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}