δικαστής
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
δικαστής
- ði.kaˈstis
Από πού έρχεται
δικαστής < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δικαστής < δικάζω, δικασ- + -τής
ουσιαστικό δικαστής · δικαστές · δικαστή · δικαστού · δικαστών
- που δικάζει, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης
-
που κρίνει κάποιον (αυστηρά) για τις πράξεις του
Παρόμοιες: κριτής
Στα αγγλικά
- judge public judicial official
- magistrate judicial officer
Συζήτησε αυτή τη λέξη "δικαστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δικαστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82 "δικαστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {δικαστής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}