δικτατορία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δικτατορία
- ði.kta.toˈɾi.a
Where it comes from
δικτατορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δικτατορία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dictature
noun δικτατορία · δικτατορίες · δικτατορίας · δικτατοριών
- το πολίτευμα όπου ένα πρόσωπο η μια μικρή ομάδα έχει την απόλυτη εξουσία έχοντας καταργήσει τη βουλή και τους δημοκρατικούς θεσμούς ※ Στέριωσε στο αξίωμα, έγινε ισόβιος κοινοτάρχης. Ούτε η Δεξιά, ούτε το Κέντρο, ούτε η δικτατορία, ούτε η μεταπολίτευση διανοήθηκαν να τον κουνήσουν απ' τη θέση του. Έφτασε να θεωρείται κάτι σαν σύμβολο του Πάπιγκου (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
In English
- dictatorship a government led by a dictator
Talk about this word "δικτατορία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. δικτατορία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1 "δικτατορία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δικτατορία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}