מיקווין

δικός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

δικός¹

  • ðiˈkos

מאיפה זה בא

δικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δικός < ελληνιστική κοινή ἰδικός < αρχαία ελληνική ἴδιος < ἕ + -δ- + -ιος

כינוי גוף δικός · δική · δικιά · δικό · δικού · δικής

  1. first person, singular, +, αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας, εγώ που ανήκει σε κάποιον (Χρειάζεται επεξεργασία) → χρειάζεται παράδειγμα
  2. χωρίς την προσωπική αντωνυμία που είναι οικείος, κοντινός δικοί και ξένοι

Δικός²

מאיפה זה בא

Δικός < δικός

שם פרטי Δικός · Δικοί · Δικού · Δικών · Δικό · Δικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

באנגלית

  • own belonging to (determiner)

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"δικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"δικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}