ميكوين

διμερής

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διμερής

من أين أتت

διμερής < αρχαία ελληνική διμερής < δι- + μέρος < μείρομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε δι- + -μερής

صفة διμερής · διμερές · διμερούς

  1. που έχει δύο μέρη, αφορά δύο μέρη, αποτελείται από δύο μέρη ή γίνεται ανάμεσα σε δύο μέρη, σε δύο πλευρές ※ Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικ

مشابه: δισδιάστατος, δίπλευρος

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διμερής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διμερής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%82

Chicago

"διμερής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διμερής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}