ミクウィン

διμορφισμός

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

διμορφισμός

由来

διμορφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dimorphisme < αρχαία ελληνική δι- + μορφή

名詞 διμορφισμός · διμορφισμοί · διμορφισμού · διμορφισμών · διμορφισμό · διμορφισμούς

  1. βιολογία η συνύπαρξη δυο διακεκριμένων μορφών αρσενικού και θηλυκού του ίδιου είδους στο φυτικό και κυρίως στο ζωικό βασίλειο, άλλ. φυλετικός διμορφισμός
  2. γραμματική η έμφάνιση και η χρήση μιας ίδιας λέξης με δυο μορφές, όπως θάρρος και θράσος.
  3. χημεία η κρυστάλλωση του ίδιου σώματος με δυο διαφορετικές μορφές.

英語で

  • dimorphism biology: occurrence of two distinct forms of any part

この単語について話す

引用する
MLA

"διμορφισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διμορφισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"διμορφισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διμορφισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}