διορθώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διορθώνω
- ði̯oɾˈθo.no
Where it comes from
διορθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διορθ(ῶ), συνηρημένος τύπος του διορθόω + -ώνω < διά (δι-) + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός
verb διορθώνω · διόρθωσα · διορθώνομαι · διορθώθηκα · διορθωμένος
- δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό ※ «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
- αλλάζω επιτυχώς κάποια πράγματα σε μια κατάσταση, ώστε να υπάρχει θετική εξέλιξη
- βελτιώνω κάποιον άνθρωπο, αφαιρώντας ή μειώνοντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του
- βελτιώνω ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατ
- επισκευάζω άλλες μορφές: επιδιορθώνω
In English
Talk about this word "διορθώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διορθώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89 "διορθώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διορθώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}