Μίκουιν

διπλός

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

διπλός¹

Από πού έρχεται

διπλός < ελληνιστική κοινή διπλός < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς < δίς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwís

επίθετο διπλός · διπλή · διπλό · διπλού · διπλής

  1. που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα ή φάσεις η χαρά μας σήμερα είναι διπλή, αφού γιορτάζει ο γιος μας και η κόρη μας έπιασε δουλειά
  2. που εμφανίζεται με δύο διαφορετικές μορφές τόσα χρόνια ζούσε διπλή ζωή· κανείς δεν είχε καταλάβει ότι ήταν δίγαμος
  3. που υπάρχει σε δύο αντίγραφα, αντίτυπα κλπ Η διπλή ζωή της Βερόνικα (τίτλος ταινίας του Κριστόφ Κισλόφσκι)
  4. διπλάσιος

Διπλός²

Από πού έρχεται

Διπλός < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Διπλός · Διπλοί · Διπλού · Διπλών · Διπλό · Διπλούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

  • double made up of two matching or complementary elements
  • duplex made up of two parts

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"διπλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διπλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"διπλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διπλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}