ميكوين

διψασμένος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

διψασμένος

من أين أتت

διψασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διψώ

فعل διψασμένος · διψασμένη · διψασμένο · διψασμένου · διψασμένης

  1. που διψάει, που έχει μεγάλη επιθυμία να πιει νερό ※ Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
  2. figuratively, μεταφορικά που επιθυμεί πολύ κάτι διψασμένος για δόξα

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"διψασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%88%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διψασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%88%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"διψασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%88%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διψασμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%88%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}