διόδιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διόδιο

  • ðiˈo.ði.o

Where it comes from

διόδιο < ελληνιστική κοινή διόδιον < δίοδος < αρχαία ελληνική διά + ὁδός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική toll)

noun διόδιο · διόδια · διοδίου · διόδιου · διοδίων

  1. το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων ※ Μια σκέψη που υπάρχει είναι να μη διατηρηθεί το ενιαίο διόδιο για όλο το 24ωρο. Δηλαδή οι οδηγοί που κυκλοφορούν στην Αττική οδό σε ώρες μη αιχμής να πληρώνουν φθηνότερο διόδιο και όσοι κυκλοφορούν τις ώρες της αιχμής να πληρώνουν ακριβότερο. (*)
  2. plural, πληθυντικός διόδια: ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου

Talk about this word

Cite this
MLA

"διόδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διόδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF

Chicago

"διόδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διόδιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}