διόσκουροι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Διόσκουροι¹
- ðiˈo.sku.ɾi
Where it comes from
Διόσκουροι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Διόσκουροι
proper noun Διόσκουροι
- ανδρικό όνομα
- οι δύο αδερφοί, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, προστάτες θεοί των ναυτικών ※ Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκ
διόσκουροι²
Where it comes from
διόσκουροι < ελληνιστική κοινή Διόσκουροι < αρχαία ελληνική Διόσκοροι
noun διόσκουροι · διόσκουρων · διοσκούρων · διόσκουρους · διοσκούρους
- δύο πρόσωπα με στενή, σχεδόν αδιάσπαστη σχέση συνεργασίας ή φιλίας, που λειτουργούν και γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο
- δίδυμοι, αδέρφια δίδυμα
In English
- Dioscuri the twins
Talk about this word "διόσκουροι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. διόσκουροι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B9 "διόσκουροι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διόσκουροι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}