δογματισμός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

δογματισμός

  • ðo.ɣma.tiˈzmos

Da dove viene

δογματισμός < γαλλική dogmatisme < dogmatiser < dogme < λατινική dogma < αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω (αντιδάνειο)

sostantivo δογματισμός · δογματισμοί · δογματισμού · δογματισμών · δογματισμό · δογματισμούς

  1. η τυφλή προσκόλληση σε δόγματα, χωρίς κριτική σκέψη και χωρίς αποδείξεις ※ Έχουμε Θρησκεία. Κεράκια, εικόνες, λιβανίσματα, σταυροκοπήματα, μετανίσματα απλά, μετανίσματα με ουρά. Δογματισμός, στείρωση πνευματική, αναχρονισμός, μεγαλορημοσύνη, διδασκαλία «απ'άμβωνος», υποκρισία (καμιά φορά). Παπαδισμός. (εφημ. Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19//1/1931 http://dspace
  2. διατύπωση απόλυτων απόψεων
  3. φιλοσοφία η φιλοσοφική θεωρία που αποδέχεται το δυνατό της απόλυτης γνώσης

Parla di questa parola

Cita
MLA

"δογματισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δογματισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"δογματισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δογματισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}