δοκιμή

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

δοκιμή

  • ðo.ciˈmi

Откуда оно

δοκιμή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δοκιμή < ελληνιστική κοινή δοκιμή (δοκιμασία, εμπειρία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική essai και την αγγλική test, trial.

существительное δοκιμή · δοκιμές · δοκιμής · δοκιμών

  1. η απόπειρα, η προσπάθεια → χρειάζεται παράθεμα
  2. ο έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος → χρειάζεται παράθεμα
  3. για ρούχα ή παράσταση η πρόβα, το προβάρισμα → χρειάζεται παράθεμα
  4. το δοκίμιο → χρειάζεται παράθεμα

По-английски

  • test challenge, trial
  • trial chance to test something out
  • rehearsal practicing of performance to test or improve it

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"δοκιμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δοκιμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE

Chicago

"δοκιμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δοκιμή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}