δοκιμή
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
δοκιμή
- ðo.ciˈmi
Откуда оно
δοκιμή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δοκιμή < ελληνιστική κοινή δοκιμή (δοκιμασία, εμπειρία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική essai και την αγγλική test, trial.
существительное δοκιμή · δοκιμές · δοκιμής · δοκιμών
- η απόπειρα, η προσπάθεια → χρειάζεται παράθεμα
- ο έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος → χρειάζεται παράθεμα
- η πρόβα, το προβάρισμα → χρειάζεται παράθεμα
- το δοκίμιο → χρειάζεται παράθεμα
По-английски
Обсудить это слово "δοκιμή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. δοκιμή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE "δοκιμή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {δοκιμή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}