δοκός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δοκός¹
- ðoˈkos
Where it comes from
δοκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοκός
noun δοκός · δοκοί · δοκού · δοκών · δοκό · δοκούς
- δοκάρι
- δοκάρι (στα γκολπόστ)
- όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ’ επέκταση) το σχετικό άθλημα) ※ Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(εφημερίδα Καθημερινή)
Δοκός²
- ðoˈkos
Where it comes from
Δοκός < δοκός
proper noun Δοκός · Δοκοί · Δοκού · Δοκών · Δοκό · Δοκούς
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- νησίδα της Ελλάδας κοντά στην Ύδρα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δοκού)
Talk about this word "δοκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δοκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%82 "δοκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δοκός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}