δοξασία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δοξασία

Where it comes from

δοξασία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δοξάζω < δόξα

noun δοξασία · δοξασίες · δοξασίας · δοξασιών

  1. αντίληψη ή πεποίθηση που δεν βασίζεται σε αποδείξεις ούτε έχει επιστημονική τεκμηρίωση και πολλές φορές ανάγεται σε παλαιές λαϊκές αντιλήψεις ※ Η συγκεκριμένη κύλικα, που χρονολογείται μεταξύ του 530 και του 520 π.Χ., ονομάζεται συμβατικά «οφθαλμωτή» χάρη στους πελώριους οφθαλμούς, που κοσμούν εξωτερικά τις δύο πλευρές του αγγείου. Στους δύο μεγάλους οφθαλμούς έχει αποδοθεί αποτροπαϊκός συμβολισμός, που σχετίζεται με λαϊκές δοξασίες για τ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δοξασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δοξασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"δοξασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δοξασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}