δοτική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δοτική
- ðo.tiˈci
Where it comes from
δοτική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δοτική (εννοείται πτῶσις) < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου δοτικός < δίδωμι
noun δοτική · δοτικές · δοτικής · δοτικών
- μια από τις πτώσεις των ονομάτων σε διάφορες γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα γερμανικά κλπ· συχνά δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο καταλήγει η ενέργεια του ρήματος, αλλά χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών εννοιών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις Στις φράσεις «δόξα τω Θεώ», «τοις μετρητοίς» έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας δοτικής.
adjective δοτική · δοτικές · δοτικής · δοτικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοτικός
In English
- dative grammar: noting the case of noun which expresses indirect object
Talk about this word "δοτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. δοτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "δοτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δοτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}