米克温

δουλεμπόριο

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

δουλεμπόριο

  • ðu.lemˈbo.ɾi.o

它从哪里来

δουλεμπόριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δουλεμπόριον < δουλέμπορ(ος) + -ιον > -ιο (δούλος + -εμπόριο) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική slave trade)

名词 δουλεμπόριο · δουλεμπόρια · δουλεμπορίου · δουλεμπόριου · δουλεμπορίων

  1. το εμπόριο δούλων
  2. broadly, κατ’ επέκταση η παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών για εκμετάλλευσή τους ως εργατικό δυναμικό ή με άλλους τρόπους

英语

讨论这个词

引用
MLA

"δουλεμπόριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δουλεμπόριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"δουλεμπόριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δουλεμπόριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}