δουλεμπόριο
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
δουλεμπόριο
- ðu.lemˈbo.ɾi.o
它从哪里来
δουλεμπόριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δουλεμπόριον < δουλέμπορ(ος) + -ιον > -ιο (δούλος + -εμπόριο) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική slave trade)
名词 δουλεμπόριο · δουλεμπόρια · δουλεμπορίου · δουλεμπόριου · δουλεμπορίων
- το εμπόριο δούλων
- η παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών για εκμετάλλευσή τους ως εργατικό δυναμικό ή με άλλους τρόπους
英语
- slave trade traffic in slaves
讨论这个词 "δουλεμπόριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. δουλεμπόριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF "δουλεμπόριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {δουλεμπόριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}