δουλοπάροικος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δουλοπάροικος

Where it comes from

δουλοπάροικος, λόγια λέξη < δούλος + πάροικος

noun δουλοπάροικος · δουλοπάροικοι · δουλοπάροικου · δουλοπαροίκου · δουλοπάροικων · δουλοπαροίκων

  1. ο ακτήμονας καλλιεργητής κατά το Μεσαίωνα που ήταν εξαρτημένος από τη γη που καλλιεργούσε και δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτήν· διέφερε από τον δούλο κατά το ότι δεν αποτελούσε ο ίδιος προσωπικά ιδιοκτησία ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αν πουλιόταν η γη που καλλιεργούσε, μεταβιβαζόταν μαζί της και αυτός στον νέο κύριο ※ Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμμ

In English

  • serf semifree peasant

Talk about this word

Cite this
MLA

"δουλοπάροικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δουλοπάροικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"δουλοπάροικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δουλοπάροικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}