δουλοπρεπής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δουλοπρεπής
- ðu.lo.pɾeˈpis
Where it comes from
δουλοπρεπής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δουλοπρεπής < δοῦλος + -πρεπής
adjective δουλοπρεπής · δουλοπρεπές · δουλοπρεπούς
- που συμπεριφέρεται προς τους ισχυρούς σαν να ήταν δούλος, τους κολακεύει και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να ικανοποιήσει τις επιθυμίες τους με σκοπό να κερδίσει την εύνοιά τους δουλοπρεπής σύμβουλος, δουλοπρεπής συμπεριφορά
- ενέργεια που χαρακτηρίζεται από δουλοπρέπεια Αυτό που έκανα ήταν δουλοπρεπές... Έπρεπε να υψώσω ανάστημα
Similar: δουλικός
Thesaurus
adjective
Similar: δουλικός
Talk about this word "δουλοπρεπής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δουλοπρεπής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82 "δουλοπρεπής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δουλοπρεπής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}