δούλεψη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δούλεψη
Where it comes from
δούλεψη < δουλεύω
noun δούλεψη · δουλέψεις · δούλεψης · δουλέψεων
- το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του ※ Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)
Talk about this word "δούλεψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. δούλεψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7 "δούλεψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δούλεψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B5%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}