δούμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Δούμα¹
- ˈðu.ma
Where it comes from
Δούμα < ρωσική дума (dúma)
proper noun Δούμα · Δούμας
- ρωσικό νομοθετικό σώμα όπως ιστορικά αυτό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ή η σύγχρονη κάτω βουλή της Ρωσικής Ομοσπονδίας ※ Η Δούμα, η Κάτω Βουλή της Ρωσίας, ενέκρινε σήμερα με μεγάλη πλειοψηφία τη συνθήκη με την οποία η Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας εντάσσεται στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι που σημαίνει ότι απομένει μόνο ένα διαδικαστικό βήμα ώστε η χερσόνησος της Μαύρης Θάλασσας να απορροφηθεί και τυπικά από τη Ρωσικ
δούμα²
Where it comes from
δούμα < γαλλική douma < γαλλική дума (εκλεγμένο νομοθετικό σώμα· αρχικά: σκέψη) < πρωτοσλαβική *duma (πνοή, πνεύμα, λόγος, νους, σκέψη, συμβουλή)
noun δούμα · δούμες · δούμας · δουμών
- νομοθετικό σώμα της Ρωσίας, με ιστορική συνέχεια από συμβουλευτικές συνελεύσεις της τσαρικής περιόδου έως τη σύγχρονη κάτω Βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου, με αρμοδιότητα τη συζήτηση και ψήφιση νόμων
In English
- duma lower house of Russian national parliament
Talk about this word "δούμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. δούμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1 "δούμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δούμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}