δράκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δράκος¹

Where it comes from

δράκος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δράκος < αρχαία ελληνική δράκων

noun δράκος · δράκοι · δράκου · δράκων · δράκο · δράκους

  1. λαογραφία φανταστικό τέρας με υπερφυσικές ιδιότητες ※ Τα συνηθισμένα πανελλήνια πνεύματα -παγανά, αερικά, σκιάσματα, ξωτικά, βρικόλακες, λυκάνθρωποι, δράκοι, φαντάσματα και καλικάντζαροι- γεμίζουν την κοσμογονία τους και μαστίζουν τις στάνες. (Patrick Leigh Fermor, Ρούμελη, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
  2. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός ενός κακού και σκληρόκαρδου ανθρώπου
  3. figuratively, μεταφορικά χαρακτηρισμός ενός κατ' εξακολούθηση βιαστή

Δράκος²

  • ˈðɾa.kos

Where it comes from

Δράκος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Δράκος · Δράκοι · Δράκου · Δράκων · Δράκο · Δράκους

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δράκου)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δράκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δράκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"δράκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δράκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}