δράμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δράμα¹
- ˈðɾa.ma
Where it comes from
δράμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρᾶμα < δρῶ
: (νεότερες έννοιες) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική drame < νεολατινική drama < αρχαία ελληνική δρᾶμα
noun δράμα · δράματα · δράματος · δραμάτων
- ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα παραστάσεις αρχαίου δράματος
- θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις
- η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου ζει το προσωπικό του δράμα
Δράμα²
proper noun Δράμα · Δράμας
- πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού.
In English
Talk about this word "δράμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. δράμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1 "δράμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δράμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}